Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σφαγιάζω
- απόδοση: σφάζω / καταπατώ δικαιώματα άλλου ή άλλων / απορρίπτω υποψηφίους κατά την διαδικασία επιλογής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά τις Πανελλήνιες σφαγιάσθηκε πλήθος υποψηφίων





