Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεγκλωβίζω
- απόδοση: ελευθερώνω άτομο ή ομάδα που έχει εγκλωβισθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κάλεσαν την πυροσβεστική υπηρεσία προκειμένου να τον απεγκλωβίσει από το τρισάθλιο ασανσέρ





