Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπνέω
- απόδοση: αποβάλλω αέρα που έχω εισπνεύσει / αφήνω τελευταία πνοή / ξεψυχώ / αναφερόμενοι σε χρονικό διάστημα που λήγει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εντός διημέρου εκπνέει η προθεσμία
μετά άνιση μάχη με την επάρατο ασθένεια εξέπνευσε





