Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκδηλώνω
- απόδοση: αποκαλύπτω τα συναισθήματα τις σκέψεις τις διαθέσεις μου δια του λόγου ή δια της συμπεριφοράς μου / αναφερόμενοι σε κάτι που γίνεται φανερό το οποίο παρέμενε κρυφό ή υπέβοσκε
δεν εκδηλώνει με άνεση τα συναισθήματά της
παρά τις διακριτικές υπενθυμίσεις ουδέν ενδιαφέρον εκδηλώθηκε





