Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λεηλατώ
- απόδοση: ενεργώ με βίαιη & εκτεταμένη αρπαγή εν καιρώ πολέμου / ληστεύω / κατακλέβω / αντιγράφω σε μεγάλη έκταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως βάρβαροι λεηλάτησαν & τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της κατακτημένης χώρας
πολλοί μεταγενέστεροι λεηλάτησαν το μουσικό ύφος του εν λόγω μουσικού





