Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοργίζω
- απόδοση: προκαλώ την οργή σε άτομο ή σύνολο / κάνω κάποιον να θυμώσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον εξόργισε με την συμπεριφορά της & δη σε δημόσιο χώρο
αντιλαμβάνομαι πως αισθάνεται έκδηλα εξοργισμένος μαζί της





