Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραβαίνω
- απόδοση: αθετώ κάτι το συμφωνημένο / παραβιάζω κάτι το θεσμοθετημένο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι κυβερνητικές δυνάμεις παρέβησαν την συμφωνία για κατάπαυση του πυρός αποδεκατίζοντας τους συμμορίτες





