Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κοστολογώ
- απόδοση: προσδιορίζω το κόστος εμπορεύματος ή οικονομικού αγαθού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το εμπόρευμα κοστολογήθηκε υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσεως που χαρακτηρίζει την χώρα





