Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραφρονώ
- απόδοση: μου συμβαίνει ισχυρή διανοητική & ψυχική διαταραχή / χάνω το λογικό μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από τα βάσανα της ζωής κοντεύει να παραφρονήσει
√ απόδοση: να τρελαθεί





