Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διατρέχω
- απόδοση: διανύω απόσταση με γρήγορο ρυθμό / διασχίζω συγκεκριμένη περιοχή / διανύω χρονικό διάστημα / ασχολούμαι με κάτι όχι διεξοδικά αλλά με ταχύτητα προκειμένου να αποκτήσω συνοπτική εικόνα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διατρέχει με ακμαιότητα το ενενηκοστό έτος της ζωής του
διέτρεξε την επικράτεια εμπορευόμενος εποχικά είδη
διέτρεξε το κείμενο εν ριπή οφθαλμού
στο άκουσμα της είδησης ρίγη διέτρεξαν το κορμί της





