Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαλύω
- απόδοση: χωρίζω κάτι στα επί μέρους τμήματα από τα οποία αποτελείται / αποσυναρμολογώ / καταστρέφω / αχρηστεύω / εξαφανίζω / διακόπτω την ύπαρξη / αποδιοργανώνω σύνολο / διασκορπίζω σύνολο / εξουθενώνω σωματικά ή ψυχικά / ανακατεύω ουσίες μεταξύ τους προκαλώντας διάλυμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ασθένεια που τον ταλαιπωρεί την τελευταία διετία τον διέλυσε οικονομικά
με άνωθεν εντολή οι δυνάμεις καταστολής διέλυσαν το συλλαλητήριο
ο τρόπος ζωής των τελευταίων ετών τον διέλυσε σωματικά
το συμβάν διέλυσε την οικογένεια





