Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νομιμοποιώ
- απόδοση: καθιστώ νόμιμη πράξη ή κατάσταση που έλαβε χώρα χωρίς τις νόμιμες διαδικασίες / αποδεικνύω ιδιότητα που επιτρέπει ενέργεια εις εμέ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ενέργεια που προέβη δεν νομιμοποιείται καν





