Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προβληματίζω
- απόδοση: προκαλώ δια του λόγου ή των ενεργειών μου σκέψεις ερωτήματα ή ανησυχίες / θέτω πρόβλημα / για θέμα που με απασχολεί εις βάθος επιδιώκω την εξέταση αυτού & την εξαγωγή συμπερασμάτων / από ερεθίσματα που δέχομαι μου δημιουργούνται σκέψεις ερωτήματα ανησυχίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η συμπεριφορά του υφισταμένου του τον προβληματίζει εντόνως
ουδείς προβληματίζεται με την ηθική κατάπτωση των νέων ανθρώπων
προβληματίζεται με την οικονομική κατάσταση του παιδιού του





