Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ορθοτομώ
- απόδοση: ερμηνεύω κάτι ορθά / διευθετώ με ορθό τρόπο κάποιο ζήτημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι πλούσιες εμπειρίες τον ωρίμασαν με αποτέλεσμα να ορθοτομεί στη ζωή





