Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατατρέχω
- απόδοση: επιδιώκω την εξουθένωση & την εξόντωση ατόμου ή ομάδος / προκαλώ αλλεπάλληλες συμφορές σε κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προέρχεται από οικογένεια κατατρεγμένων προσφύγων εκ της Μικράς Ασίας





