Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απελαύνω
- απόδοση: υποχρεώνω αλλοδαπό να εγκαταλείψει την χώρα διότι κρίθηκε επικίνδυνος για την ασφάλειά αυτής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απελάθηκε προ μηνός ως αναμεμειγμένος σε διακίνηση ναρκωτικών





