Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμεριμνώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε πλήρη ησυχία / αδιαφορώ / απαλλάσσομαι από κάθε ευθύνη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προγενέστερες γενεές φρόντισαν για αυτόν με αποτέλεσμα να αμεριμνεί





