Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στρατιωτικοποιώ
- απόδοση: οχυρώνω στρατιωτικά μία περιοχή / δίνω δομή στρατιωτική σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Κυβέρνηση στρατιωτικοποίησε πλήρως το κοινωνικό σύνολο





