Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποστρατεύω
- απόδοση: απομακρύνω αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων από την ενεργό υπηρεσία & τον συνταξιοδοτώ / λύω επιστράτευση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προ μηνός αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου





