Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πολιορκώ
- απόδοση: αποκλείω οχυρωμένη περιοχή με στράτευμα με σκοπό την κατάληψη αυτής / πιέζω ασφυκτικά / ασκώ επίμονη πίεση / εκδηλώνω φορτικά ερωτικές διαθέσεις / συνωστίζομαι γύρω από κάποιο ή κάποια πρόσωπα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι ενθουσιώδεις θαυμαστές τον πολιόρκησαν ζητώντας αυτόγραφο





