Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλευροκοπώ
- απόδοση: επιτίθεμαι από τα πλάγια κυρίως σε στρατιωτικό σχηματισμό ή γενικότερα σε αντίπαλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι κυβερνητικές δυνάμεις πλευροκόπησαν τον επιτιθέμενο εχθρό προκαλώντας σοβαρότατες απώλειες





