Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λογοκοπώ
- απόδοση: υπόσχομαι καθ΄ υπερβολήν πράγματα που δεν είμαι εις θέσιν να πραγματοποιήσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προκειμένου να αποσπάσει την συμπάθειά της λογοκοπεί ασυστόλως





