Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διανοούμαι
- απόδοση: σκέπτομαι / σκέπτομαι εις βάθος καταλήγοντας σε φιλοσοφικό στοχασμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ουδέποτε διανοήθηκε να πανδρευτεί
ούτε καν να διανοηθείς ότι θα ανεχθώ την δυστροπία σου





