Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφοροποιώ
- απόδοση: επισημαίνω διαφορές μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων ή εννοιών / προκειμένου για κάτι που αποτελεί στοιχείο διαφοράς που διακρίνει πράγμα από κάτι άλλο ή άνθρωπο από άλλον άνθρωπο / προκειμένου για κάτι που αλλάζει & γίνεται διαφορετικό από κάτι άλλο / υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με προγενέστερες δικές μου ή σε σχέση με εκείνες άλλου προσώπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ορισμένα μέλη διαφοροποιήθηκαν από τις προτάσεις του διευθύνοντος συμβούλου
εκείνο που τον διαφοροποιεί από τους συνομήλικους είναι η ωριμότητα & η σοβαρότητα που εκφράζει





