Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σφετερίζομαι
- απόδοση: οικειοποιούμαι τα δικαιώματα άλλου επί περιουσιακού στοιχείου δια της βίας ή της απάτης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι συνταγματάρχες σφετερίσθηκαν την κατέχουσα εξουσία της νόμιμα εκλεγμένης Κυβέρνησης





