Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιρρέω
- απόδοση: περιβρέχω / περιβάλλω / έχω αφθονία σε κάτι / διαρρέω / εκφεύγω / ξεγλιστρώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελευταίως μας περιρρέουν ηττοπαθή αισθήματα





