Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαγρυπνώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε κατάσταση επαγρύπνησης με στραμμένη την προσοχή σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι σώφρονες επαγρυπνούν φροντίζοντας την αποτροπή πολιτειακής εκτροπής





