Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσκομίζω
- απόδοση: παρουσιάζω έγγραφο σε αρμόδια Δημόσια Αρχή / προσφέρω κάτι σε κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσφέρθηκε να προσκομίσει πλουσιότατα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τις καταγγελίες του





