Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταγγέλλω
- απόδοση: αναφέρω σε αρμόδιες αρχές άτομο ή ομάδα ατόμων θεωρούμενα υπεύθυνα για αξιόποινη πράξη / υποβάλλω μήνυση εναντίον γνωστού ή άγνωστου δράστη κολάσιμης πράξης / ενεργώ με δημόσια διαμαρτυρία / ανακοινώνω σε έτερο συμβαλλόμενο την ακύρωση συμφωνίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η διοίκηση της εταιρείας κατήγγειλε την εμπορική συμφωνία με μία λακωνική ανακοίνωση
τον κατήγγειλε στις αρμόδιες αρχές ως ενεργών λαθρεμπορία ναρκωτικών ουσιών





