Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασώζω
- απόδοση: σώζω άτομο ή πράγμα από κίνδυνο / εμποδίζω καταστροφή ή απώλεια υλικού αγαθού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο οδηγός διασώθηκε από την σφοδρή σύγκρουση των οχημάτων





