Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαγχονίζω
- απόδοση: θανατώνω άτομο στην αγχόνη / κρεμώ / αυτοκτονώ με απαγχονισμό ήτοι κρεμιέμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο επιχειρηματίας λίγες ημέρες μετά την κήρυξη πτωχεύσεως βρέθηκε απαγχονισμένος





