Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λογοκρίνω
- απόδοση: ασκώ λογοκρισία επί γραπτού λόγου θεαμάτων ή ακροαμάτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η θεατρική παράσταση συνεχίσθηκε να παρουσιάζεται αυστηρά λογοκριμένη





