Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δεσπόζω
- απόδοση: ο επιβαλλόμενος δια της παρουσίας του / που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο / που κυριαρχεί / αναφερόμενοι σε κάτι που αποτελεί το πλέον ενδιαφέρον ή σημαντικό στοιχείο μεταξύ άλλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στην πρόσφατη ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής δέσποζε το Κυπριακό





