Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αιωρούμαι
- απόδοση: κινούμαι ευρισκόμενος στερεωμένος σε σταθερό σημείο ή κρεμασμένος / κινούμαι ή μένω ακίνητος στο κενό / αναφερόμενοι σε κάτι που φαίνεται ότι αιωρείται / δυσκολεύομαι στην λήψη αποφάσεων ήτοι αμφιταλαντεύομαι / εκκρεμώ / αναφερόμενοι σε κάτι αρνητικό το αναμενόμενο να συμβεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ηλιαχτίδα φώτιζε την αιωρούμενη σκόνη του δωματίου
στην Ελλάδα αιωρείται το ενδεχόμενο της πτώχευσης
το σώμα του απαγχονισμένου δικτάτορα αιωρούνταν στο κενό





