Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμμορφώνω
- απόδοση: διορθώνω την συμπεριφορά ατόμου ή ομάδος χρησιμοποιώντας μεθόδους αγωγής / κάνω κάποιον ή κάτι να βελτιωθεί ως προς την εμφάνιση ή την ποιότητα / προσαρμόζω την συμπεριφορά μου σε κάποιους κανόνες ή υπόδειγμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το αρχικό προϊόν υπήρξε κακότεχνο αλλά το συμμόρφωσαν
υπήρξε ατίθασος αλλά τελικώς συμμορφώθηκε





