Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνέρχομαι - 1
- απόδοση: συγκεντρώνομαι με άλλα άτομα στον ίδιο χώρο προκειμένου να συζητηθεί κάποιο θέμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το συμβούλιο αρχηγών θα συνέλθει την επαύριον με θέμα τις προτεραιότητες της δικομματικής κυβέρνησης





