Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνέρχομαι - 2
- απόδοση: επανέρχομαι σε πρότερη φυσιολογική σωματική ή ψυχική κατάσταση / επανακτώ τια αισθήσεις / αποκαθίσταται η υγεία μου / ανακτώ την ψυχική ηρεμία / αρχίζω να σκέπτομαι & να ενεργώ με λογική & σύνεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνήλθε αμέσως από το λιποθυμικό επεισόδιο
το συμβάν υπήρξε ιδιαιτέρως οδυνηρό με επακόλουθο να μην μπορούμε να συνέλθουμε





