Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προβιβάζω
- απόδοση: προωθώ κάποιον σε ανώτερο βαθμό ιεραρχημένης κλίμακος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & νοσηλευόμενος επί μακρόν τελικώς προβιβάσθηκε στο επόμενο έτος της Νομικής





