Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταγράφω
- απόδοση: γράφω ταξινομημένα στοιχεία σε ειδικό κατάλογο / αναφερόμενοι σε όργανο που σημειώνει μεγέθη ή ενδείξεις / αποτυπώνω γραπτώς πληροφοριακά στοιχεία / παρουσιάζω γεγονότα δια του γραπτού λόγου ή δια άλλων εκφραστικών μέσων / αποτυπώνω εικόνα ή ήχο με χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άπαντα τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος έχουν καταγραφεί λεπτομερώς
με το ακούραστο μαγνητόφωνό του κατέγραψε πλήθος γεγονότων της επικαιρότητος
ο σεισμογράφος κατέγραψε ασθενή σεισμική δόνηση με επίκεντρο την Κρήτη





