Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επακολουθώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε κάτι που συμβαίνει ως συνέπεια άλλου γεγονότος / που γίνεται που υπάρχει μετά από κάτι άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του φραστικού επεισοδίου επακολούθησε άγριος ξυλοδαρμός





