Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναρριχώμαι
- απόδοση: σκαρφαλώνω κάπου / αποκτώ αξίωμα με όχι θεμιτό τρόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναρριχήθηκε σε διευθυντική θέση ενώ δεν έπρεπε λόγω καταστάσεων





