Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επεμβαίνω
- απόδοση: αναλαμβάνω δράση με προσδιορισμένο στόχο να επηρεάσω κάποια κατάσταση καταλήγοντας στο επιθυμητό αποτέλεσμα / αναμειγνύομαι σε υπόθεση άλλου προσώπου ή κρατικής οντότητος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι αστυνομικές δυνάμεις επενέβησαν διασκορπίζοντας τους μαινόμενους διαδηλωτές





