Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δύναμαι
- απόδοση: μπορώ / έχω το απαιτούμενο δικαίωμα ή την σχετική δικαιοδοσία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δύναται να καταβάλει το απαιτούμενο ποσό για την αγορά του κτιρίου





