Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθοδηγώ
- απόδοση: δίνω ορθές πληροφορίες σε κάποιον προκειμένου να φθάσει στον προορισμό του / παρέχω συμβουλές & υποδείξεις σύμφωνες με τις απόψεις μου σε κάποιον προκειμένου να ενεργήσει ορθά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σπούδασε καθοδηγούμενος από τον λόγιο αδελφό του πατέρα που φρόντιζε τα της παιδείας του





