Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προγραμματίζω
- απόδοση: σχεδιάζω εκ των προτέρων τις ενέργειές μου / συντάσσω & ακολούθως θέτω σε κίνηση ένα πρόγραμμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προγραμμάτισε εκδρομή μετά της οικογενείας για το επόμενο δεκαπενθήμερο





