Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκαλώ
- απόδοση: καλώ με επισημότητα αριθμό ατόμων σε ορισμένο χρόνο & τόπο προκειμένου να συσκεφθούν & να συναποφασίσουν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο πρόεδρος συγκάλεσε εκτάκτως το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας με θέμα την έλλειψη οικονομικής ρευστότητος





