Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφαίνομαι
- απόδοση: που μόλις διακρίνεται / που με δυσκολία διακρίνεται με το μάτι / αναφερόμενοι στις πρώτες ενδείξεις δια μέσου γεγονότων ή ενεργειών / που αν & συγκαλυμμένο γίνεται αντιληπτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαφαίνεται ειρωνεία στην συμπεριφορά της η με τέχνη συγκαλυμμένη
διαφαίνονται καλές προοπτικές για την εθνική οικονομία





