Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βιαιοπραγώ
- απόδοση: χρησιμοποιώ σωματική βία εναντίον ατόμου προκαλώντας κακώσεις / επιτίθεμαι βίαια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με την λήξη της ποδοσφαιρικής συναντήσεως οπαδοί των ομάδων βιαιοπράγησαν μεταξύ των





