Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αοριστολογώ
- απόδοση: εκφράζομαι με αοριστολογίες ήτοι άνευ σαφήνειας & ακρίβειας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ικανός να αοριστολογεί επί μακρόν προκαλώντας σύγχυση στον ακροατή του





