Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοικειώνω
- απόδοση: ενεργώ ώστε να γίνει οικείο πρόσωπο κατάσταση ή πράγμα σε κάποιον / συνηθίζω / μαθαίνω επαρκώς από πρακτικής απόψεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδυνατεί να εξοικειωθεί με το νέο εργασιακό περιβάλλον
εξοικειώθηκε άριστα με την Ιταλική γλώσσα κατά την διετή παραμονή στο Μιλάνο





